Ψυχολογική δυναμική, ποδοσφαιρικές ικανότητες και τερματοφύλακας…

Όλα όσα στοίχισαν στον Ηρακλή, βάζοντας φρένο στον δρόμο της βαθμολογικής αντεπίθεσης, απέναντι στον Πλατανιά των 10 παικτών από το 75΄ και μετά…

Απόψεις

Ο Ηρακλής δεν έχασε τους δύο πολύτιμους βαθμούς στην αναμέτρησή του με τον Πλατανιά στο τέταρτο λεπτό των καθυστερήσεων. Τους δύο τόσο σημαντικούς βαθμούς, στο πλαίσιο της προσπάθειας για αγωνιστική και – κυρίως – βαθμολογική ανάκαμψη.

Θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τη θέση, την οποία εξέφρασε ο Μανουέλ Ρόκα και να συνομολογήσουμε ότι η απώλεια της – αναγκαίας για την προσπάθεια – νίκης ήρθε πολύ νωρίτερα και είχε διαφανεί από την αρχή του αγώνα, αμέσως μετά το «γκολ από τα αποδυτήρια», που πέτυχε ο Βασίλης Βιτλής.

Ο Ηρακλής άρχισε το παιχνίδι με ένα προνόμιο, το οποίο επιζητούν όλες οι ομάδες, οι οποίες «καίγονται» για την κατάκτηση των τριών βαθμών: το γρήγορο γκολ. Είχε, όμως, τα εφόδια για να διαχειριστεί αυτό το προνόμιο ο χθεσινός Ημίθεος; Σαφώς όχι, όπως απέδειξε η ίδια η αγωνιστική πραγματικότητα…

Πρώτα και πάνω από όλα, η ομάδα έδειξε ότι δεν είχε την απαιτούμενη ψυχολογική δυναμική, προκειμένου να πετύχει αυτό, το οποίο επιζητούσε: να επικυρώσει, δηλαδή, το «διπλό» του Βόλου με μία «κολλητή» δεύτερη νίκη.

Η νοοτροπία, την οποία επέδειξαν οι παίκτες του Ρόκα, του να προστατεύσουν με λάθος μεθοδολογία το υπέρ τους σκορ, έστω κι αν αυτό διαμορφώθηκε από το δεύτερο λεπτό της αναμέτρησης, αυτή η απίστευτη φοβικότητα, που έδωσε γήπεδο στον αντίπαλο, τους οδήγησε, τόσο στην πρώτη ισοφάριση, όσο και στη δεύτερη, η οποία στάθηκε και καθοριστική για το μοιραίο τελικό αποτέλεσμα.

Αυτή η φοβικότητα, όμως, δεν είναι ανεξάρτητη των ποδοσφαιρικών ικανοτήτων, των οποίων χθες έδειξε να στερείται η ομάδα, καθώς δεν μπόρεσε να διατηρήσει υψηλό τέμπο στο πρεσάρισμα του αντιπάλου, ούτε είχε την ποιοτική ευελιξία να κρατήσει τη μπάλα και να διαχειριστεί θετικά και εποικοδομητικά το παιχνίδι. Ούτε μετά το πρώτο γκολ, ούτε μετά το δεύτερο από τον Περόνε.

Κι όλα αυτά, απέναντι σε μία ομάδα, που είχε το μειονέκτημα του να αγωνίζεται με 10 ποδοσφαιριστές από το 75΄ και μετά…

Οι «κυανόλευκοι» φάνηκαν ιδιαίτερα ελλειμματικοί στη μεσαία γραμμή, με τον υπερταλαντούχο Κλέιτον να εξακολουθεί να είναι σκιά του άλλοτε εαυτού του και τον δραστήριο Πέτρο Ορφανίδη να μην βρίσκει άξιους συμπαραστάτες στον μεσοεπιθετικό χώρο.

Κάπου εκεί φάνηκε σημαντική η έξοδος του Περόνε, ο οποίος, όσο κουρασμένος κι αν είναι, αποτελεί ποιοτικό εργαλείο στον τομέα του ελέγχου της μπάλας και της απασχόλησης των αντιπάλων.

Κάθε φορά, που ο «Γηραιός» αποκτούσε το πλεονέκτημα προβαδίσματος, τίποτε δεν λειτουργούσε σωστά από το κέντρο και μπροστά. Από τα ανασταλτικά χαφ, μέχρι τους επιθετικούς, με τον Περόνε να τραυματίζεται σε κρίσιμο σημείο και τον «ξεψυχισμένο» από δυνάμεις Νιαμπούγιου να χάνει το δικαίωμα της αλλαγής και να μην μπορεί να προσφέρει από ένα σημείο και πέρα.

Και, βεβαίως, ερχόμαστε στο αδύναμο σημείο της θέσης του τερματοφύλακα. Το πρόβλημα είναι προφανές καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, για αυτό άλλωστε επελέγη, στην περίοδο του Ιανουαρίου, η απόκτηση γκολκίπερ με προοπτική κάλυψης της θέσης του βασικού.

Ο Παναγιώτης Βοσνιάδης, δυστυχώς, στην αδυναμία του να κρατήσει όρθια την ομάδα, πραγματοποιώντας «μεγάλες» αποκρούσεις («ό,τι πάει μέσα, γράφει», γκρινιάζει ο κόσμος του Ηρακλή για τον τερματοφύλακά του), προσέθεσε και το προσωπικό, μοιραίο σφάλμα.

Ήταν εκείνο του κακού υπολογισμού, που τον έκανε να εγκαταλείψει τα δοκάρια του στη φάση του τέταρτου λεπτού των καθυστερήσεων, χωρίς να υπολογίσει ότι είχε μπροστά του Μουνιόθ και Ζιαμπάρη και αδυνατούσε να συναντηθεί με τη μπάλα στον αέρα, αφήνοντας ακάλυπτη την εστία του και δεχόμενος γκολ από μία «πλασαριστη» κεφαλιά, η οποία δεν θα τον απασχολούσε, αν επέλεγε να μείνει κάτω από τα δοκάρια του…

Για να φτάσουμε, όμως εκεί, τονίσαμε ότι χρειάστηκε η κακή λειτουργία των παικτών της ομάδας σε όλα τα επίπεδα. Η αδυναμία ελέγχου της μπάλας και της ροής του παιχνιδιού και τα πολλά «φτηνιάρικα» φάουλ, τα οποία απλόχερα δωρίζονταν γύρω από την «κυανόλευκη» περιοχή.

Όντως, από εδώ και πέρα απαιτείται ηρεμία και πολλή δουλειά από τον προπονητή, με στόχο την ουσιαστική βελτίωση.

Δυστυχώς, όμως, αποδεικνύεται ότι οι προσθήκες της μεταγραφικής περιόδου δεν είναι αρκετές. Ο έτοιμος επιθετικός, που μπορεί, έστω και ως αλλαγή – να δώσει λύσεις και να τραβήξει μπροστά την ομάδα ορθώς εξακολουθεί να αναζητείται, ενώ και η προσθήκη – ει δυνατόν – ενός στιβαρού ανασταλτικού μέσου, ίσως να πρέπει να είναι επιλογή για τους ανθρώπους της ομάδας, μέσα από το μεταγραφικό «παράθυρο» των ελεύθερων ποδοσφαιριστών…

 

 

Για σχόλια, παρατηρήσεις, ενστάσεις, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με το [email protected]

Back to Top