Ποτέ δεν εξετάσαμε σοβαρά το «σενάριο της Ατλάντα»…

Είναι απορίας άξιον το γιατί ο Σύλλογος αναζήτησε και αναζητεί κάθε λογής διέξοδο στην προοπτική αναγέννησης του «κυανόλευκου» ποδοσφαίρου και ποτέ δεν μπήκε στη διαδικασία να «τσεκάρει» – σοανρά κι επισήμως – αν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας του «project Τσίτσα», έστω κι αν το εγχείρημα αποδειχθεί – τελικά – κενό περιεχομένου…

Απόψεις

«Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται», υποστηρίζει ο θυμόσοφος λαός μας, με μία ρήση βγαλμένη από τον ωμό ρεαλισμό και την κυνικότητα της πραγματικής ζωής. Και στον Ηρακλή, δυστυχώς, η ανάγκη και η πραγματική ζωή μας έχουν οδηγήσει σε στενό εναγκαλισμό με την κυνικότητα και τις ρηξικέλευθες επιλογές. Άλλωστε, μας έτρεψε προς αυτήν την κατεύθυνση η απόλυτη καταστροφή που σκόρπισε με τη διοικητική θητεία του ο Σπύρος Παπαθανασάκης.

Όταν φτάνεις στο σημείο να επεξεργάζεσαι σοβαρά το σενάριο της «ριζικής επανεκκίνησης» και το ενδεχόμενο να εκκινήσει η νέα προσπάθεια ακόμη και από τα… βάθη της Γ΄ Ερασιτεχνικής, σημαίνει ότι – τουλάχιστον – είσαι αποφασισμένος να εξετάσεις τα πάντα. Ότι είσαι αποφασισμένος, ότι έχεις ξεκαθαρίσει πως λύση από την υφισταμένη ΠΑΕ δεν πρόκειται να προκύψει και «τσεκάρεις» κάθε δυνατή επιλογή. Όσο οδυνηρή, όσο απίθανη ή όσο μακρινή κι αν φαντάζει.

Υπό αυτό το πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων, προσωπικώς, μου προξενεί εντύπωση το γιατί ποτέ ως τώρα η οικογένεια του Συλλόγου, μέσα στα σενάρια που επεξεργάστηκε ή εξακολουθεί να επεξεργάζεται, δεν ενέταξε και αυτό της… Ατλάντα. Της από μηνών, δηλαδή, κατατεθειμένης πρότασης του γνωστού Ηρακλειδέα της ομογένειας, Γιώργου Τσίτσα, του οποίου η γλώσσα έχει… «μαλλιάσει» να μεταφέρει στα media της Θεσσαλονίκης ότι υπάρχουν Αμερικανοί επιχειρηματίες στον χώρο των κατασκευών στην Ατλάντα, με τεράστιο κύκλο εργασιών και ανάλογα κέρδη, οι οποίοι ενδιαφέρονται να επενδύσουν με σοβαρότητα και επαγγελματική μεθοδικότητα στον Ημίθεο.

Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν υποστηρίζω ότι κανείς δεν ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντιθέτως, πολλάκις έχουμε ακούσει ανθρώπους του Συλλόγου να αναφέρονται στην «πρόταση από την Αμερική» και είναι βέβαιο ότι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν επικοινωνίες με τον ίδιο τον Γιώργο Τσίτσα. Εξάλλου, τόσο εκείνος, όσο και άλλοι Ηρακλειδείς των ΗΠΑ, με τους οποίους συνδέεται, επανειλημμένως έχουν στηρίξει τμήματα του Συλλόγου το τελευταίο διάστημα, με την αποστολή κάποιας οικονομικής ενίσχυσης.

Εκείνο που υποστηρίζω και εκείνο που με κάνει να απορώ, είναι γιατί ποτέ κανείς έως σήμερα δεν μπήκε στη διαδικασία να ικανοποιήσει τα προαπαιτούμενα των επιχειρηματιών από την Ατλάντα, τα οποία είναι συγκεκριμένα και αυστηρά. Απαιτούν τεχνοκρατικό χειρισμό στην ανάπτυξη του deal μεταξύ του Ηρακλή και της πλευράς τους, ώστε να διαφανεί αν πρόκειται να προκύψει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Μπορεί, πράγματι, αυτά που προαπαιτούν για να προχωρήσουν να μας φαίνονται ολίγον… «κουφά». Ομολογώ ότι κι εγώ δυσανασχέτησα, όταν (σε ακαδημαϊκό και όχι σε επιχειρηματικό επίπεδο) χρειάστηκε να έρθω σε συνεννόηση με Αγγλοσάξονες και αντιμετώπισα την ίδια νοοτροπία. Μια διαδικασία που θα έληγε – με βάση την Ελληνική νοοτροπία – μέσα από μια συζήτηση ή μια σύσκεψη, την μετέτρεψαν σε ολόκληρο… γραφειοκρατικό και τεχνοκρατικό «έπος» και, όντως, με κούρασαν, αλλά ήμουν υποχρεωμένος να μπω στη λογική τους.

Κατά την ίδια λογική και οι «Αμερικανοί του Τσίτσα» απαιτούν την αποστολή ενός γεμάτου φακέλου στην Ατλάντα από πλευράς επίσημου Ηρακλή, ο οποίος θα εμπεριέχει λεπτομερείς αναφορές για τα περιουσιακά στοιχεία του Συλλόγου, τις αθλητικές εγκαταστάσεις, τις ανάγκες σε προσωπικό, το business plan που απαιτείται, τα οικονομικά δεδομένα και ό,τι άλλο τεχνοκρατικής υφής στοιχείο μπορεί να τους φανεί χρήσιμο στην προοπτική να αποφασίσουν αν θα επενδύσουν στον Ημίθεο.

Όταν, λοιπόν, ο Γυμναστικός Σύλλογος (διότι από κανέναν Παπαθανασάκη δεν είχα την απαίτηση να το πράξει – όπως και δεν το έπραξε – καθώς ήταν δεδομένη η ιδιοκτησιακή εμμονή του με την ΠΑΕ)  – με το καλό – αποκτήσει διοίκηση, θα πρέπει να προχωρήσει στο συγκεκριμένο βήμα. Για να πω και εγώ, να πούμε κι όλοι μας, ότι – πράγματι – αποφασίσαμε να «τσεκάρουμε» σε βάθος τους περίφημους «Αμερικανούς του Τσίτσα»…

Διότι, έως τότε, μέχρι δηλαδή να αποστείλουμε έναν τέτοιον (αναθεματισμένο) φάκελο, θα μένουμε όλοι μας με την αίσθηση ότι δεν πήραμε ποτέ στα σοβαρά το «σενάριο της Ατλάντα», έστω κι αν δεν θα μου προκαλέσει καμία εντύπωση το ενδεχόμενο να πρόκειται – τελικά – για περίπτωση κενή περιεχομένου και υπόθεση «νά `χαμε να λέγαμε», που λέει κι ο λαός…

Όμως, αξίζει να το δούμε σοβαρά, εφόσον φτάσαμε σε αυτό το σημείο, με την ποδοσφαιρική ομάδα πνιγμένη σε έναν ωκεανό απόγνωσης. Για να μην λέμε ότι υπήρχε μια ευκαιρία, αλλά την αγνοήσαμε. Κι αν ακόμη αποδειχθεί «σαπουνόφουσκα», ο Σύλλογος θα έχει κάνει την προσπάθειά του και άλλοι θα είναι εκείνοι που θα έχουν εκτεθεί…

Στην κατάσταση, που είμαστε, νομίζω, ότι αξίζει…

Για σχόλια, παρατηρήσεις, ενστάσεις, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με το [email protected]

Back to Top