30 χρόνια πριν, με τα μάτια του μικρού «Χ»

Η μέρα του «μαύρου» τελικού με τη ματιά του μικρού «Χ»

6.00 π.μ. Το ξυπνητήρι χτυπά. «Σήκω, είναι ώρα να πηγαίνουμε». Ο μικρός «Χ» σηκώθηκε από το κρεββάτι με περισσότερη όρεξη από ποτέ. Μήπως είχε καταφέρει να κλείσει μάτι; Όλο το βράδυ στριφογύριζε στο μυαλό του, εκείνο το γκολ. Του ποδοσφαιριστή, που φορούσε τις κάλτσες χαμηλά. Μέχρι τον αστράγαλο. Που πανηγύρισε με την γροθιά του υψωμένη στον ουρανό. Με την «κυανόλευκη εμφάνιση» που στο μπροστινό μέρος έγραφε: «Προ-Πο».

Μπα, σίγουρα δεν θα τον κολλούσε ο ύπνος. Πέταξε από νωρίς απλά ένα…»πάω για ύπνο» κι ήταν από αυτούς τους…κάτι σαν ύπνους που κάνουμε, όταν την επομένη περιμένουμε κάτι μεγάλο να συμβεί. Ένα μεγάλο ταξίδι, προς έναν συγκεκριμένο στόχο. Κι είχε χρειαστεί να περιμένει αρκετά για αυτόν τον στόχο. Γι’ αυτό το ταξίδι. Εξάλλου, δεν είχε δει πολλά στη ζωή του. Μέχρι την ημέρα εκείνη που είχε συμπληρώσει τα οκτώ χρονια της ζωής του, είχε δει κάποια πράγματα, αλλά ελάχιστα. Ο «μάγος» γερνούσε. Χώρια που στο πέρασμα των χρόνων τον είχαν σακατέψει. Σύντομα θα έπρεπε να συνεχιστεί η ζωή χωρίς αυτόν. Μα εκείνη την ώρα δεν είχε όρεξη για τέτοιες σκέψεις. Σημερα, ήταν η μεγάλη μέρα…

Άμα σηκώθηκε, στην ξύλινη καρέκλα τον περίμενε σιδερωμένη η φανέλα του. Μια φανέλα ίδια με εκείνου του ποδοσφαιριστή που σκόραρε λίγες μέρες πριν. Με το «7» στην πλάτη. Και ένα σορτσάκι μπλέ. Ασορτί. Ντύθηκε στα γρήγορα. «Να βάλεις το βίντεο να γράφει, μην το ξεχάσεις. Όταν γυρίσουμε να το βλέπουμε ξανά και ξανά. Να μείνει στην ιστορία. Μη χαθεί πουθενά και οι επόμενες γενιές δεν μάθουν». Πάτησε το Rec και το Play στα σβέλτα και κατέβηκαν. Μια στάση Ανάληψη, να πάρουμε τον μεγάλο «Θ». Μια στάση Χαριλάου, να πάρουμε τον μεγάλο «Η». Μια στάση ‘Ανω Πόλη να πάρουμε τον «κυρ – Χ». Ανάμεσα στα ξερονήσια, τις εξορίες και τις απεργίες των δύσκολων χρόνων για τα πιστεύω και τα ιδανικά του, ο «κυρ-Χ» προλάβαινε να υποστηρίξει και ομάδα. Και τούτο το ταξίδι δεν το χανε με τίποτα.

Ο μεγάλος Μ πάτησε γκάζι. Το αμάξι χάθηκε στα φώτα της πόλης που δεν είχαν σβήσει ακόμα, παρά το γεγονός ότι άρχιζε να φέγγει για τα καλά. Βγήκε στην Εθνική. Παντού η ίδια εικόνα. Κυανόλευκα κασκόλ περασμένα στους καθρέφτες ή πιασμένα στα παράθυρα, να ανεμίζουν και να χτυπούν τα τζάμια ανάλογα με την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Όλα τα αμάξια γεμάτα, τινγκαρισμένα με χαμόγελα. Ήταν τόσο παράξενο. Ξαφνικά, η ησυχία της πόλης είχε δώσει την θέσή της στον θόρυβο της εθνικής οδού. Με κορναρίσματα από αυτοκίνητα, προς την ίδια κατεύθυνση, προς τον ίδιο στοχο. Άγνωστοι να χαιρετούν αγνώστους. Σαν αυτούς καμιά φορά που τους συναντάς και αμα φορούν κάτι ίδιο με σένα, γίνονται αμέσως γνωστοί και ο χαιρετισμός βγαίνει αυθόρμητα.

Ντάλα μεσημέρι ήταν όταν έφτασαν πια στον προόρισμό. Πήγαν με τη μια, εκεί δίπλα στο σκοπευτήριο σε ένα σπίτι. Να τσιμπήσουν κάτι, να δει ο «κυρ-Χ» τους δικούς του, να έρθει και ο μεγάλος «Χρ» -μόνιμος κάτοικος πρωτευούσης- στο γήπεδο. Όταν πια κινήσαν όλοι μαζί, να πάνε προς το μεγάλο σταδιο είχαν φτάσει κοντά στα 15 άτομα. Κι ήταν παράξενο. Γιατί θα ήταν ίσως η τελευταία φορά που θα βρισκόταν κάπου όλοι μαζί. Να λούζονται από την ίδια χαρά. Από την ίδια ανυπομονησία.

Ο μικρός Χ τα έκανε ολα για πρώτη φορά. Πρώτη φορά εκδρομή. Πρώτη φορά στη μεγάλη πολη. Πρώτη φορά στο μεγάλο στάδιο. Πρώτη φορά κάτω από ένα πανί τεράστιο στο κέντρο του οποίου έγραφε το όνομα της ομάδας του. Πρώτη φορά σε γήπεδο με δύο πίνακες. Κοίταξε τριγύρω. Κόσμος δεξιά, κόσμος αριστερά, κόσμος από κάτω, κόσμος και από πάνω. Νύχτωνε. Οι φανοστάτες έξω από το γήπεδο άναψαν. Από το τζάμι φαινόταν πορτοκαλι. Όπως στην τηλεόραση. «Άντε να αρχίσει» σκέφτηκε. Κι άρχισε. Σέντρα.

Στο 30′ φάουλ σαν κόρνερ. Σουτ του μακρυμάλλη χαφ με το νούμερο 6 κόντρες και…ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ. Έσβησε ο κόσμος για τον μικρό Χ. Με τη μπάλα στα δίχτυα δέχτηκε μια σπρωξιά από κάποιον πισω, που είχε δεχτεί μια παρόμοια από κάποιον παραπίσω. Από την κουτρουβάλα, βρέθηκε τρία διαζώματα κάτω. Μια πληγη και λίγο αίμα, κοντά στο γόνατο δεν τον πτόησε. Δεν ήξερε ακόμη ότι το σημάδι της θα έμενε για πάντα εκεί. Ακόμη και τριάντα χρόνια μετά από εκείνη τη μερα.

Μετά όλα πήγαν στραβά. Λίγα λεπτά μετά γκολ. Ισοφάριση. Από έναν ψηλό με καράφλα. Τον θυμόταν. Είχε ξαναβάλει γκολ. Με άλλη ομάδα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Που είναι αυτή η «κυανόλευκη» ομάδα που θαύμαζε όλη χώρα; Που ήταν η επιθετικότητά της; Και αυτός ο Σουηδός, το θηρίο; Σήμερα σέρνεται. Κάτι δεν πάει καλά. Ο προπονητής, κάνει δηλώσεις. «Εχω προαίσθημα» λέει…»θα κερδίσουμε». Και το παιχνίδι παίζει. Ένα καφενείο η ομάδα. Έντεκα «πτώματα».

Και έπειτα τα πέναλτι. Που ο πίνακας τα γράφει Πέναλτυς. Ο πρώτος… στα πουλιά. Ο δεύτερος πλασάρει σαν σε προπόνηση. Το ένα «χτύπημα» πιο παιδικό απ’ τ’ άλλο. Και ο προεδρος να γελά. Να χαριεντίζεται με εκείνον τον βουλευτήτης κυβέρνησης με καταγωγή απο την περιοχή του αντιπάλου. Το παιχνίδι τελειώνει. Από εκείνη την στιγμή, ήξερε, ότι η επιστροφή θα ήταν «βουβή» και εκείνο το ρημάδι το βίντεο, δεν θα παίξει ποτέ. Ποτέ ξανά! Ο κόσμος φεύγει. Στο διάβα του ξεσπά. «Αυτό ήταν τέλος. Δεν θα στεναχωριόμαστε εμείς για να παίρνουν εκατομμύρια αυτοί. Τέρμα». Το έλεγαν και το εννοούσαν. Τα επόμενα χρόνια θα ήταν πέτρινα.

Μα, δεν φύγαν όλοι. Ανάμεσα σε εκείνη την θυμωμένη γενιά που ξεσπούσε πριν τα παρατήσει, μια άλλη γεννιά, σε πείσμα των καιρών, έδινε τον δικό της όρκο. Έναν όρκο δύσκολο. Μα δίχως επιστροφή. Έναν όρκο δημιουργίας από τις στάχτες. Το ξέραν ότι η χαρά εκείνη της μέρας δεν θα ξαναρχόταν. Μα ήταν και εκείνη η γαμ…νη αδικία που λειτούργησε ανασταλτικά για τους πιτσιρικάδες.

Σήμερα, 30 χρόνια μετά από εκείνη την ημέρα ο μικρός Χ μεγάλωσε. Ολοκλήρωσε και τα 2/4 της ζωής από τα χρόνια που αναλογούν στον καθένα μας. Μα ο όρκος αυτός δεν έχει σπάσει. Τα χρόνια έγιναν πιο δύσκολα. Χρόνια στα οποία η αδικία απέναντι σε αυτή την ομάδα. Έγινε σχεδόν σφραγίδα της. Αδικία συνοδευόμενη από πίκρα. Ανύπωτη πίκρα. Διότι αν η απώλεια ενός τίτλου ισοδυναμεί με απογοήτευση, ένας υποβιβασμός θα έπρεπε να ισοδυναμεί με κατάρρευση. Αλλά δεν…

Δεν τους κάναμε το χατήρι. 30 χρόνια τώρα, προσπαθούν, χωρίς επιτυχία. Διότι πάντα, μετά από κάθε μεγάλη απογοήτευση, σ’ αυτή την ομάδα θα ακολουθεί πάντα μια γεννιά που εκείνη την στιγμή θα δίνει έναν όρκο για δημιουργία από τις στάχτες. Αυτοί και εμείς είναι που δεν θα αφήσουμε ποτέ τον ΗΡΑΚΛΗ να σβήσει. Και όπου υπάρχουμε εμείς. Θα υπάρχει και ο ΗΡΑΚΛΗΣ.

1000 ΧΡΟΝΙΑ…και Κουράγιο σε όλους εμάς που δώσαμε τον όρκο. Εκείνο το βράδυ.

Για σχόλια, παρατηρήσεις, ενστάσεις, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με το [email protected]

Σχετικά Άρθρα

Back to Top