“Τι μου έφερες για τα γενέθλια;”

«Ηταν τα γενέθλιά του. Εκείνη τη μέρα είχε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά να ψάξει να βρει εκείνο το κουτί. Εκείνο το κουτί που …

Επικαιρότητα

«Ηταν τα γενέθλιά του. Εκείνη τη μέρα είχε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά να ψάξει να βρει εκείνο το κουτί. Εκείνο το κουτί που χρόνια πριν του το είχε κάνει δώρο ο πατέρας του. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Ηξερε που το είχε καλά κρυμμένο. Το κράτησε στα χέρια του… Πριν το ανοίξει θυμήθηκε πάλι εκείνη τη μέρα, μερικά χρόνια πίσω που του το είχε φέρει δώρο ο πατέρας του. Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνη τη μέρα γιατί, εκ των υστέρων, κατάλαβε πολύ καλά την αξία που έχουν τα δώρα. Υπάρχουν δώρα που τα παίρνεις και τα ξεχνάς και υπάρχουν δώρα που είναι για πάντα εδώ. Εκ των υστέρων…

Πράγματι, εκ των υστέρων γιατί –επίσης θυμάται πολύ καλά- ότι τότε, εκείνη τη μέρα που ο πατέρας του, του είχε κάνει εκείνο το δώρο, δεν του άρεσε. Για την ακρίβεια, δεν του έλεγε κάτι. Δεν τον ενθουσίασε. Αυτός σκεφτόταν διάφορα. Σκεφτόταν ένα ποδήλατο, σκεφτόταν μία μπάλα, ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια, σκεφτόταν ένα σκέιτ, άντε μια μπάλα μπάσκετ, σκεφτόταν ένα μεγάλο δώρο. Ένα μεγάλο κουτί καλά τυλιγμένο που να το ανοίξει, σχίζοντας το χαρτί αχόρταγα. Αυτό ήθελε… Ένα μεγάλο κουτί. Ένα μεγάλο δώρο. Να πάει στο σχολείο και να πει στους συμμαθητές του το δώρο του. Όταν άνοιξε όμως η πόρτα, εκείνη τη μέρα, ο μπαμπάς του δεν κρατούσε τίποτα. «Τι έγινε; Το ξέχασε;». Ηταν όμως χαμογελαστός. Για την ακρίβεια, ήταν πιο χαμογελαστός από κάθε άλλη φορά.

Τον πλησίασε, έβγαλε ένα κουτί από την τσέπη του. Κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι και του είπε: «Αυτό εδώ είναι το δώρο σου. Ανοίγοντας αυτό το κουτί θα καταλάβεις πολλά πράγματα. Ισως όχι τώρα αλλά πολύ γρήγορα. Και να ξέρεις ότι αυτό που έχει μέσα αυτό το κουτί είναι πολύτιμο και θα κρατήσει για πάντα. Δεν θα χαλάσει ποτέ. Θα υπάρχουν πολλοί που θα ήθελαν να το έχουν δικό τους αλλά δεν μπορούν. Και δεν θα μπορέσουν ποτέ. Κι ακόμη κι αν στο κλέψουν πάλι δικό σου θα είναι αυτό το δώρο. Δικό τους, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Είναι ένα δώρο που περίμενα να σου το δώσω. Είναι δικό σου, τώρα και για πάντα. Κι όταν το ανοίξεις θα καταλάβεις καλύτερα τι είναι όλες αυτές οι ιστορίες που λέγαμε».

Η αλήθεια είναι ότι νύσταζε κιόλας. Είχε περάσει η ώρα, ο μπαμπάς του είχε αργήσει να έρθει από τη δουλειά. Κι αν δεν είχε κοιμηθεί ήταν γιατί τον περίμενε στο δωμάτιο για να του φέρει το δώρο. Είχε τα γενέθλιά του. Και περίμενε… Όλα αυτά όμως τι ήταν; Τι ήταν αυτά τα ακαταλαβίστικα που του έλεγε; Τι ήταν αυτό του κουτί που έμοιαζε και παλιό; Δεν χωρούσε μέσα το ποδήλατο, δεν χωρούσε η μπάλα, δεν χωρούσαν τα παπούτσια, δεν χωρούσε τίποτα. Εμεινε να κρατά το κουτί.

Ο πατέρας του είχε φύγει από το δωμάτιο. Περίεργος το άνοιξε. Κι εκεί που ήταν απλώς απορημένος, εκνευρίστηκε για τα καλά. «Τι είναι πάλι αυτό; Τι να το κάνω; Εγώ άλλα τους ζήτησα και το ήξεραν. Και μου φέρανε αυτό; Τι να το κάνω;». Ελεγε και σκεφτόταν τα δικά του. Κι από εκεί που την άλλη μέρα σκεφτόταν πώς θα πάει στο σχολείο και τι θα πει στους συμμαθητές του για τα δώρα, τώρα σκεφτόταν πώς θα το αποφύγει. Τι να τους πει; Πώς να περιγράψει αυτό το δώρο και τι να του πούνε;

Την άλλη μέρα γύρισε αργά το απόγευμα στο σπίτι. Τελείωσε το σχολείο, είχε και φροντιστήριο, είναι και χειμώνα τα γενέθλιά του, νύχτωνε νωρίς. Μπήκε τσαντισμένος στο δωμάτιό του. Μια μέρα μετά τα γενέθλιά του και η μέρα πέρασε χωρίς να μπορεί να πει τίποτε στους συμμαθητές του για τα δώρα. Σε αντίθεση με τα δικά τους γενέθλια, αυτός δεν είχε δώρα να περιγράψει. Μόνο αυτό το κουτί που το βρήκε πάνω στο κρεβάτι εκεί που είχε μείνει από χθες το βράδυ. Επεφτε πάνω του το φως από τη λάμπα του δρόμου. Το φως του δωματίου δεν το άναψε. Τσαντισμένος, το έπιασε στα χέρια του και άρχισε να το σφίγγει με θυμό. Από την πίεση το καπάκι άνοιξε. Και τότε έγινε κάτι εκπληκτικό…

Σταμάτησε να σφίγγει το κουτί και αποσβολωμένος έβλεπε όλα αυτά που συνέβαιναν στο δωμάτιό του. Στους τοίχους, στα πατώματα, ήταν παντού. Δεν χωρούσαν. Αρχισαν να βγαίνουν από το παράθυρο, να ξαμολιούνται στους δρόμους. Ο κόσμος που ήταν έξω σταμάτησε να περπατά και έδειχνε αυτό το σπίτι, εκείνο το παράθυρο. Το δικό του. Είχε φτάσει κι αυτός στο παράθυρο και είδε ότι μεταξύ άλλων, ανάμεσα στον κόσμο, ήταν και κάποιοι συμμαθητές του που γυρνούσαν κι αυτοί στο σπίτι. «Τι είναι αυτό;» του φώναζαν εντυπωσιασμένοι. «Είναι το δώρο μου», φώναζε αυτός που πια ήθελε να πει σε όλο τον κόσμο ότι αυτό ήταν το δώρο των γενεθλίων του.

Ξαναγύρισε στο σήμερα… Καθόταν δίπλα στον υπολογιστή του, στο γραφείο του, σε ένα άλλο σπίτι, σε ένα άλλο δωμάτιο, στα γενέθλιά του. Σήμερα, 2011, είχε περισσότερο ανάγκη, από κάθε άλλη φορά να πάρει ξανά στα χέρια του, αυτό το κουτί. Να το ανοίξει και να θυμηθεί, εκείνη την πρώτη φορά. Εσβησε το φως, ξάπλωσε στο κρεβάτι και άνοιξε το κουτί. Βγήκε πάλι το ίδιο φως που δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο δυνάμωνε και έκανε τη νύχτα μέρα. Είχε πάλι την ίδια εντύπωση αποδοχής του μεγαλείου με εκείνη την πρώτη φορά. Είχε δίκιο λοιπόν. «Αυτό ήταν το δώρο». 

Μέσα, ήταν πάντα εκείνοι οι τέσσερις αριθμοί. Το δώρο του, 1-9-0-8. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Εβγαλαν πάλι φως και αποτυπώθηκαν στον τοίχο. Αρχισαν πάλι να ξεπηδούν οι μορφές. Οι ιδρυτές σε μια υπόδουλη Θεσσαλονίκη. Πρώτος αυτός ο σύλλογος, αυτή η ομάδα, πριν από όλους τους άλλους. Και πολύ γρήγορα να αναπτύσσει εθνικοκοινωνική δράση. Οι φωτογραφίες έβγαιναν η μία μετά την άλλη. Ανδρες και γυναίκες, μικρά παιδιά ήταν όλοι πάλι εκεί. Οι φωτογραφίες από τις πρώτες ομάδες του ποδοσφαίρου, αθλητές του στίβου, θρυλικές μορφές που απλώνονταν στο δωμάτιο. Δεκάδες παιδιά να φοράνε τη φανέλα με το «Η» και να τρέχουν για τον Ηρακλή. «Η-Η-Ηρακλής, Η-Η-Ηρακλής….», άρχισε να φωνάζει.

Είδε κόσμο στη θάλασσα να παρακολουθεί αγώνα πόλο. Είδε παιδιά να κολυμπάνε και ένα από αυτό να σαμποτάρει υποβρύχια. Είδε να βγαίνει μαζί του κι ένας άλλος, του στίβου, που έχασε τη ζωή του στην Κύπρο. Είδε μορφές, είδε ήρωες, είδε κόσμο στις κερκίδες, είδε φιλέ και αθλητές να πηδάνε και να καρφώνουνε, παλαιστές, σφαίρες, σφύρες και ακόντια, μια μπάλα ράγκμπι, τζουντόκα, κοινωνική προσφορά, ποδήλατα, είδε χαρές, πίκρες, είδε καλάθια, είδε πρώτους σκόρερ, είδε πανηγυρισμούς και απογοητεύσεις, είδε την ιστορία. Η ιστορία…

Εδώ και χρόνια το ξέρει, το έμαθε καλά. Η δικιά του ιστορία σε μια χώρα που έμαθε από ένα σημείο και μετά έμαθε να ανέχεται κάποιους που δίνουν σχετικές έννοιες στην ιστορία και να μιλά για συνωστισμούς στην αποβάθρα της Σμύρνης το 1922 και να λέει για τη Μακεδονία ότι το όνομα θα ξεχαστεί σε δέκα χρόνια. Αυτός όμως ξέρει τι σημαίνει ιστορία. Τι να του πούνε όλοι αυτοί; Αυτός έχει το δώρο. Και τώρα, περισσότερο από ποτέ, στη δική του ιστορία θα βρει τη δύναμη για να συνεχίσει γιατί αυτή την ιστορία που κάποιοι την ποδοπάτησαν δεν μπορούν να τη σβήσουν. Είναι μικροί, είναι ελάχιστοι, απέναντι σε αυτόν, στη δική του ιστορία που για μία ακόμη φορά τον έκανε να πάει κόντρα στο σύστημα, για μία ακόμη φορά ήταν μόνος εναντίον όλων, μόνος κόντρα στα φθηνά δώρα, κόντρα στο κατεστημένο. Μόνο αυτός και να δείξει για μία ακόμη φορά στους άλλους τι σημαίνει ιστορία, μεγάλος σύλλογος. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είχε ανάγκη τη δική του ιστορία, το δικό του δώρο. 

Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο, το κουτί ανοιχτό. Τα πρόσωπα και οι αριθμοί χόρευαν στους τοίχους και για μία ακόμη φορά δεν μπορούσαν να χωρέσουν στο δωμάτιο. Ηταν τόσα πολλά, πώς να συγκρατήσεις τη δύναμη μιας τέτοιας ιστορίας και έβγαιναν όπως τότε στον δρόμο. Όπως γίνεται κάθε φορά που ανοίγει αυτό το κουτί. Σηκώθηκε και βγήκε και αυτός στον δρόμο. Ο κόσμος ήταν και πάλι εκεί, να κοιτά εκστασιασμένος που δεν έχει αυτό το δώρο. «Είναι ο…», πήγαιναν να τον ρωτήσουν, αυτός όμως δεν τους άφηνε. Ηθελε να το φωνάζει συνέχεια. «Ναι, ο Ηρακλής είναι» και συνέχισε να περπατά περήφανος».

-Το παραπάνω κείμενο στάλθηκε ανώνυμα στην Bluearena με mail. Γράφει ότι είναι ανώνυμο γιατί ένα όνομα, αυτή τη στιγμή, δεν λέει τίποτα. Αυτή είναι η στιγμή για πολλά ονόματα μαζί. Γράφει ότι είναι ανώνυμο γιατί δεν θέλει ένα ονοματεπώνυμο να οικειοποιηθεί αυτό που νιώθουν εκατοντάδες χιλιάδες. Γράφει ότι είναι ανώνυμο γιατί ο «αυτός» της ιστορίας δεν είναι ένα ονοματεπώνυμο. Είναι πολλά. Και σημειώνει ότι σήμερα, 29 Νοεμβρίου 2011 που ο Ηρακλής συμπληρώνει 103 χρόνια ιστορίας, έχουμε περισσότερη ανάγκη από ποτέ την ιστορία. Αυτό το κουτί της ιστορίας που έχει μέσα την ημερομηνία, 1908.

-Κάποιοι νόμισαν ότι μπορούν να λυγίσουν αυτόν τον σύλλογο. Η ιστορία όμως είναι ποτάμι ορμής. Χείμαρρος. Η ιστορία είναι η δύναμη, η ενέργεια. Αυτή δίνει τη δύναμη στον κόσμο να νιώθει σπουδαίος και να μένει όρθιος με όσα έχει περάσει όλα αυτά τα χρόνια. Ο Ηρακλής σήμερα έχει γενέθλια. Και είναι ακόμη μια μέρα που οι πράξεις πρέπει να είναι το δώρο σε αυτόν τον γίγαντα. Στον Ηρακλή…

Σχετικά Άρθρα

Back to Top