Μάρτος: «Στον Ηρακλή αισθάνομαι καλά»

Ο Χαβιέ Μάρτος παραχώρησε μια μεγάλη συνέντευξη σε ιστοσελίδα της Ισπανίας και στον δημοσιογράφο, Καλεντάδο Μπανκίλο. Μέσα από τις απαντήσεις αφηγείται άγνωστες πτυχές της καριέρας …

Ηρακλής

Ο Χαβιέ Μάρτος παραχώρησε μια μεγάλη συνέντευξη σε ιστοσελίδα της Ισπανίας και στον δημοσιογράφο, Καλεντάδο Μπανκίλο.


Μέσα από τις απαντήσεις αφηγείται άγνωστες πτυχές της καριέρας του, γι’ αυτό και η BLUEARENA σας την μεταφέρει αυτούσια και μεταφρασμένη.

«Υπάρχει ένας αριθμός Ισπανών παικτών που τον τελευταίο καιρό αποφάσισαν, να δοκιμάσουν την τύχη τους στο εξωτερικό. Αυτό ισχύει για ποδοσφαιριστές, όπως οι Σεσκ Φάμπρεγας, Μοριέντες, Ρέινα και Γκουίθα. Υπάρχουν όμως και άλλοι, λιγότερο γνωστοί, που επίσης αγωνίζονται έξω από τα σύνορά μας.


Όπως ο Χαβιέ Μάρτος. Γεννήθηκε στην πόλη Alamedilla της Γρανάδας και ξεκίνησε την καριέρα του από τα τμήματα υποδομής της Μπάρτσα, όπου και παρέμεινε στον σύλλογο μέχρι το 2006. Μετά τη μετάβασή του στις ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Χιρόνα και Μάλαγα, πήρε τις βαλίτσες του και πήγε στην Ελλάδα. Τώρα αγωνίζεται στο δεξί άκρο της άμυνας του Ηρακλή Θεσσαλονίκης. 


-Σήμερα αγωνίζεσαι τακτικά στη δεξιά πλευρά, αλλά μπορείς να παίξεις και στη μεσαία γραμμή. Που αισθάνεσαι πιο άνετα;


«Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι πιο άνετα στο δεξί άκρο της άμυνας, αν και πράγματι μπορώ να παίξω στη μεσαία γραμμή. Αυτό βέβαια, ορισμένες φορές μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα που προκαλεί ζαλάδα σε έναν παίκτη, όμως τώρα παίζω στην θέση μου και αυτό βοηθά πολύ την απόδοσή μου».  

-Κατάγεσαι από μια μικρή πόλη της Γρανάδας. Πως αισθάνεσαι που έκανες τα πρώτα βήματα της καριέρας σου στην Μπαρτσελόνα;


«Σε ηλικία 6 ετών και πριν από την υπογραφή μου στην Μπαρτσελόνα, οι γονείς μου μετακόμισαν στη Βαρκελώνη. Ξεκίνησα να παίζω στην Πρατ και τρία χρόνια μετά υπέγραψα στην Μπαρτσελόνα. Ήταν η μικρότερη ηλικία στην οποία κάποιος θα μπορούσε να ενταχθεί στους νέους της Μπάρτσα. Έκτοτε στάθηκα τυχερός στην καριέρα μου γιατί αγωνίστηκα επί δώδεκα συναπτές περιόδους σε όλα τα επίπεδα της ομάδας». 


 -Ο σύλλογος της Καταλονίας, έχει προωθήσει πολλούς μεγάλους παίκτες. Ποιος σε εντυπωσίασε;


 «Πράγματι, είχα την τύχη να παίξω με πολλούς παίκτες, ορισμένοι εξ’ αυτών έχουν γίνει πλέον επαγγελματίες, ενώ άλλοι δεν βρήκαν τον δρόμο τους. Για μένα καλύτερος παίκτης είναι ο Αντρές Ινιέστα, με τον οποίο είχα την τύχη να συνεργαστώ για πέντε χρόνια. Από την ηλικία των 11 ετών μπορούσε κάποιος να διακρίνει ότι ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Είχα επίσης την ευκαιρία να παίξω και με έναν σούπερ σταρ όπως είναι ο Μέσι, αλλά και άλλους όπως οι Πεντρίτο, Ντάνι Φερνάντεζ, Γιόρντι Γκόμεζ…»


-Ένα από τα πιο εμβληματικά γήπεδα του Ισπανικού ποδοσφαίρου, είναι το Σαν Μαμές. Η έδρα της Μπιλμπάο. Πως είναι να κάνεις ντεμπούτο σε ένα γήπεδο όπως αυτό και να περιβάλλεσαι από πολλούς μεγάλους παίκτες;


«Για μένα εκείνη τη μέρα, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο όνειρο. Στην αρχή αισθάνεσαι πως δεν διαφέρεις πολύ από τους υπόλοιπους παίκτες, αργότερα όμως η πίεση που δέχεσαι είναι έντονη».


-Το 2006 αποφασίζεις να αγωνιστείς στο πρωτάθλημα της Βουλγαρίας με την ΤΣΣΚΑ Σόφιας, στην οποία την δεκαετία του 80’ αγωνίστηκε ο Κρίστο Στόιτσκοφ. Με την ομάδα αυτή, αγωνίστηκες και στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Πόσο γρήγορη είναι η προσαρμογή σε μια χώρα που διαθέτει ένα εντελώς διαφορετικό στυλ ποδοσφαίρου όπως είναι η Βουλγαρία;


«Ήταν μια από τις σκληρότερες αποφάσεις της ζωής μου. Έπρεπε να αποφασίσω αν θα παραμείνω στη Βαρκελώνη και να αγωνίζομαι στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα μέχρι τα 22 μου ή αν θα αρπάξω την ευκαιρία να ξεκινήσω μια νέα καριέρα στο εξωτερικό και να αποδείξω ότι είμαι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Τελικά αποφάσισα να παίξω στην Βουλγαρία, γιατί ήξερα ότι αν δεν είχα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να παίξω στο ΟΥΕΦΑ, ίσως μια μέρα να το μετάνιωνα. Η προσαρμογή μου ωστόσο ήταν δύσκολη. Στην πραγματικότητα, με το που έφτασα στη χώρα, δεν ήθελα να είμαι εκεί. Αισθάνθηκα άβολα, κι αν δεν ήταν η οικογένειά μου θα είχα επιστρέψει την ίδια μέρα στη Βαρκελώνη. Η σχέση μου με τον προπονητή δεν ήταν καλή και ποτέ δεν κτίστηκε με αποτέλεσμα να παίξω εννιά από τους 16 αγώνες του πρωταθλήματος και τέσσερις από τους έξι αγώνες του κυπέλλου. Τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς έβαλα ένα τέλος σ’ αυτή την περιπέτεια».   
  
-Η παραμονή σου στην Βουλγαρία, διήρκεσε μόνο έξι μήνες και τελικά τη σεζόν 2006-07 πήρες μεταγραφή στη Χιρόνα, την χρονιά που συνέπεσε με την άνοδο του συλλόγου στη Β’ Κατηγορία. Τι σε οδήγησε να ενταχθείς στον σύλλογο της Καταλονίας;


«Μετά την κακή μου εμπειρία στο εξωτερικό, ήθελα να γυρίσω σπίτι μου. Η πρόταση της Χιρόνα ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Συμφώνησα για πέντε μήνες και ένιωσα ευτυχισμένος που έπαιζα ποδόσφαιρο».


-Τι αναμνήσεις κρατάς από τη σύντομη παραμονή σου στη Χιρόνα; 
 
«Η αλήθεια είναι ότι έχω κρατήσει πολύ ωραίες αναμνήσεις. Θα είμαι πάντα ευγνώμων στον σύλλογο για την επιστροφή μου στο ποδόσφαιρο και την ευτυχία που μου προσέφερε. Δούλεψα με μια ομάδα ανθρώπων που με έκανε να αισθανθώ πολύ άνετα».
 
-Μετά την αναχώρηση από την Χιρόνα, πήρες την απόφαση να μεταγραφείς στην Μάλαγα, η οποία πρόσφατα έπεσε στην δεύτερη κατηγορία. Αντ’ αυτού η εποχή σου συνέπεσε με την άνοδο της στην Α’ Κατηγορία. Πως θυμάσαι εκείνη την περίοδο;  


«Είμαι πολύ περήφανος που έχω φορέσει τη φανέλα ενός πολύ μεγάλου κλαμπ, όπως η Μάλαγα, έχοντας δει από πρώτο χέρι την άνοδο του συλλόγου στην Α’ Κατηγορία. Παράλληλα είχα την ευκαιρία να μάθω πολλά στις προπονήσεις και να αγωνιστώ, σχεδόν σε όλες τις θέσεις της μεσαίας γραμμής».  

-Στο τέλος της σεζόν, αποφάσισες να συνεχίσεις την καριέρα σου στην Ελλάδα. Ξεκίνησες τη σεζόν 2008/09 στο ελληνικό πρωτάθλημα με τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης. Πως ήταν η ελληνική πρόταση; 
 

«Η πρόταση ήρθε μέσω των Άνχελ Πεδράθα, Ροδόλφο Μπορέλ και Λουίς Θαλθίβαρ, στους οποίους θα είμαι πάντα ευγνώμων. Ήταν προπονητές που ήθελαν να αφήσουν νέο έργο στον Ηρακλή και εγώ τους γνώριζα από την θητεία μου στα τμήματα υποδομής της Μπαρτσελόνα. Παράλληλα αισθάνθηκα έτοιμος να προσπαθήσω ξανά στο εξωτερικό»    


Οι Έλληνες οπαδοί έχουν τη φήμη ότι είναι πολύ «ζεστοί». Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και το Ισπανικό;


«Πράγματι, οι Έλληνες είναι πολύ ζεστοί και σε κάνουν να αισθάνεσαι όμορφα. Βέβαια πρόσφατα, έζησα ένα σκοτεινό επεισόδιο το οποίο δεν θέλω να θυμάμαι. 
Για την ιστορία, ίσως το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι πολύ πιο φυσικό. Πρέπει να τρέξεις περισσότερο, να προετοιμαστείς πολύ καλά και φυσικά απαιτεί και υψηλό τεχνικό επίπεδο».

-Ερνέστο Βαλβέρδε, Βίκτρο Μουνιόθ, Κόκε, Ραούλ Μπράβο…Τι είναι αυτό που φέρνει τόσους Ισπανούς στην Ελλάδα;
 
«Πρώτον επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το κλίμα που είναι παρόμοιο με αυτό της Ισπανίας. Το φαγητό επίσης, είναι παρόμοιο. Δεύτερον, είναι ένα πρωτάθλημα που έχει υψηλό επίπεδο και χρησιμεύει ως εφαλτήριο για την περαιτέρω βελτίωση ενός ποδοσφαιριστή ώστε αργότερα να έχει την ευκαιρία να παίξει στη συνέχεια σε ένα υψηλότερο επίπεδο»


-Είναι εύκολο να προσαρμοστείς σε μια γλώσσα και μια χώρα τόσο διαφορετική; 
 
«Πάντα είναι δύσκολο να προσαρμοστείς σε μια χώρα, μακριά από την δική σου. Για μένα ωστόσο, η προσαρμογή στην Ελλάδα ήταν πιο εύκολη, γιατί είχα την εμπειρία του παρελθόντος. Είχα συμπαίκτες τον Φερνάντο Μαρκές και τον Κίκο Ρατόν, ενώ και το τεχνικό τιμ αποτελούνταν από Ισπανούς. Η γλώσσα είναι περίπλοκη, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν αγγλικά. Σταδιακά μπορείς να μαθαίνεις και την ελληνική». 


-Λίγο μετά την άφιξή σου στην Θεσσαλονίκη, ο Άνχελ Πεδράθα απολύθηκε, λόγω των κακών αποτελεσμάτων της ομάδας. Αυτό άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισες την διαμονή σου;


«Στην πραγματικότητα τη χρονιά εκείνη κάναμε κάτι πολύ παράξενο. Κάναμε μια καλή προετοιμασία στην Ολλανδία, με φιλικά κόντρα σε μεγάλες ομάδες και ο Τύπος έκανε λόγο για μια πολύ καλή ομάδα. Μερικές φορές όμως τα αποτελέσματα δεν έρχονται όπως τα θέλουμε και όπως είναι γνωστό το ποδόσφαιρο έχει άμεση σχέση με τα αποτελέσματα.
Ήταν πολύ δύσκολο για τους παίκτες να γίνεται η προπόνηση στα Ισπανικά» 

-Σε προσωπικό επίπεδο, τι γεύση σου έχει απομείνει μετά την πρώτη σου σεζόν στην Ελλάδα;  

«Η αλήθεια είναι ότι ξεκινήσαμε άσχημα. Η σωτηρία ήρθε μόλις τρεις αγωνιστικές πριν από το τέλος του πρωταθλήματος και αυτό έφερε πάλι την ειρήνη. Ωστόσο, για μένα η πρώτη σεζόν ήταν πολύ θετική. Ξεκίνησα να παίζω στο κέντρο, αλλά στο δεύτερο γύρο γύρισα στην δεξί άκρο της άμυνας. Πλέον, έχω καταφέρει να κερδίσω τον σεβασμό όλων κάτι που αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα στα πλαίσια μιας ομάδας, ενώ έχω πείσει και τον προπονητή που έχουμε αυτή την εποχή».    
 
-Ποιος είναι ο στόχος της ομάδας γι’ αυτή τη σεζόν;

«Φέτος, ο σύλλογος θέλει να τερματίσει πάνω από τους έξι πρώτους του πρωταθλήματος και αν είναι δυνατόν να πάει καλά και στο κύπελλο. Εξάλλου, έχουν έρθει παίκτες όπως ο Ματίας Λέκι, ο Ντάλα Μπόνα, ο Ντίκα…Στην πραγματικότητα εμένα αυτού του είδους οι στόχοι δεν μου αρέσουν. Είμαι μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι πρέπει να βλέπεις κάθε παιχνίδι ξεχωριστά και στο τέλος του πρωταθλήματος να δεις αν μπορείς να κάνεις κάτι».  
 
-Ο στόχος σου σε προσωπικό επίπεδο;


«Να συνεχίσω να αναπτύσσομαι, προσθέτοντας νέα στοιχεία στο παιχνίδι μου και βοηθώντας τον Ηρακλή να τερματίσει σε μια υψηλή θέση. Προσπαθώ να γίνω ένας από τους καλύτερους παίκτες στη θέση μου καθώς επίσης και να αποδείξω ότι μια μέρα μπορώ να επιστρέψω στην Ισπανία».

-Βλέπεις εφικτή την επιστροφή σου στο Ισπανικό ποδόσφαιρο;


«Η αλήθεια είναι ότι στον Ηρακλή, αισθάνομαι καλά. Ο κόσμος με αγαπά, ενώ στη δευτερή μου σεζόν και ενώ έχω κλείσει μόλις τα 25 μου χρόνια είμαι ένας από τους αρχηγούς της ομάδας. Ωστόσο, ότι θα ήθελα να γνωρίσω την πρόκληση να παίξω στην Ισπανία στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και να απολαύσω το ποδόσφαιρο στη χώρα μου, αυτό είναι κάτι που οποιοσδήποτε ποδοσφαιριστής θέλει να ζήσει».  


-Μιλώντας για το Ισπανικό ποδόσφαιρο. Δεν είναι μυστικό ότι η Μπάρτσα είναι ίσως η καλύτερη ευρωπαϊκή ομάδα αυτή τη στιγμή, ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης υπερέχει σε ατομικό επίπεδο. Ποια πιστεύετε ότι θα κατακτήσει το πρωτάθλημα;


«Πάντα πίστευα στην ενότητα μιας ομάδας, παρά στην ατομικότητα, αν και είναι αλήθεια ότι με καλές μονάδες είναι πιο εύκολο να φτιάξεις μια καλήομάδα. Νομίζω πως αν δεν υπάρχουν τραυματισμοί το πρωτάθλημα θα το πάρει η Μπάρτσα. Όσον αφορά την ατομικότητα η Ρεάλ έχει πάρει πολλά μεγάλα αστέρια, αλλά δεν νομίζω ότι η Μπαρτσελόνα έχει λιγότερα».


Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τον χρόνο που διέθεσες και να σου ευχηθώ τα καλύτερα τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επαγγελματικό. Καλή τύχη στην δεύτερη χρονιά σου στον Ηρακλή.


«Ευχαριστώ και εγώ για την συνέντευξη, αλλά και για την ευκαιρία που δίνεται σε λιγότερο γνωστούς ποδοσφαιριστές να διηγηθούν την προσωπική τους ιστορία».

Σχετικά Άρθρα

O Ηρακλής συντάσσεται με την πρόταση για επανέναρξη του πρωταθλήματος

Ποδόσφαιρο

Back to Top